Η Εκκλησία Ιεροσολύμων εν σχέση με την Ζ΄ Οικουμενική Σύνοδο

Αναφέραμε ότι Χαλίφης των Αράβων στα έτη της ακμής του Ιωάννου του Δαμασκηνού ήταν ο Χισάμ (742-743), μέλος της δυναστείας των Ουμμαϊάδων, πού κυβέρνησε μέχρι το 750. Οι τελευταίοι Χαλίφες της ήταν άνδρες όχι ικανοί, κι έτσι βρήκαν την ευκαιρία να τους ανατρέψουν οι Αββασίδες, πού κατοικούσαν στα νότια της Ν. Θάλασσας κι αντιπολιτεύονταν ανέκαθεν τους Ουμμεϊάδες.

    Με τη νέα δυναστεία πρώτος διοικητής της Συρίας και Παλαιστίνης έγινε ο Αβδελλάς, πού, κατά τους βυζαντινούς χρονογράφους επέβαλε βαρύτατους φόρους, σύλησε εκκλησίες και σκότωσε πολλούς χριστιανούς, μεταξύ των οποίων πολλούς έλληνες από παλιές οικογένειες, αφού τους συγκέντρωσε στην Αντιπατρίδα (μεταξύ Καισάρειας και Λύδδας, σήμερα Κφαρ Σάμπα). Ο νεότερος της δυναστείας των Αββασιδών, Χαλίφης Αλ Μανσούρ φάνηκε ήπιος κατ’ αρχάς, έπειτα όμως (773 κ. εξ.), Λόγω πολεμικών επιτυχιών του Κωνσταντίνου του Ε΄ του εικονομάχου, έκλεισε χριστιανικούς Ναούς, απαγόρευσε πολλές τελετές, απέβαλε φόρους ακόμη και στους ερημίτες μοναχούς, διέταξε να στιγματίζονται οι χριστιανοί και να σταματήσει η διδασκαλία της ελληνικής γλώσσας. Από τότε άρχισε να γίνεται η μετάφραση των εκκλησιαστικών βιβλίων από την ελληνική στην Αραβική, πράγμα πού επιτάχυνε τον εξαραβισμό του λαού.

    Είναι παρατηρημένο ότι με την απώλεια της γλώσσας μεταβάλλονται και τα ήθη και τα έθιμα. Σημασία έχει ότι και με την δεύτερη αυτή γλώσσα διατηρήθηκε η ορθόδοξη πίστη, πού σώζει. Η εθνικότητα στην ορθοδοξία έπαιζε πάντοτε ασήμαντο μάλλον μηδαμινό ρόλο. Και επί του επόμενου Χαλίφη Αλ Μααδί εφαρμόστηκαν αυστηρότερα μέτρα, εξορίστηκε ο Πατριάρχης Ηλίας ο Β΄ στην Περσία και μαρτύρησε ο Άγιος Βάκχος (785). Παρατηρούμε ότι αρκετοί από τους διαδόχους του Ομάρ δε σεβάστηκαν τα προνόμια πού δόθηκαν στους χριστιανούς με τον αχτιναμέ.

 

        Κάτω από αυτές τις δυσμενείς συνθήκες ζούσε η εκκλησία Ιεροσολύμων, όταν το 785 ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Ταράσιος, έστειλε αντιπροσώπους, για να προσκαλέσουν τους Πατριάρχες των τριών ανατολικών εκκλησιών στη Ζ΄ Οικουμενική Σύνοδο (787), για την οριστική επίλυση του προβλήματος της εικονομαχίας, πού τάρασσε κυρίως τις επαρχίες, πού ανήκαν ακόμη στο βυζαντινό κράτος από το 726-843. Η συμμετοχή της εκκλησίας Ιεροσολύμων στη Σύνοδο αυτή έγινε με αντιπροσώπευση από τον πρεσβύτερο και σύγγελο Θωμά. Των άλλων δύο εκκλησιών η αντιπροσώπευση έγινε από τον Ιεροσολυμίτη πρεσβύτερο Ιωάννη. Η επιστολή, πού δόθηκε στους αντιπροσώπους, εξηγούσε ότι η απουσία των τριών αποστολικών θρόνων των Αγιωτάτων Πατριαρχών και των υπ’ αυτούς οσιωτάτων επισκόπων δεν έγινε εξ οικείας προθέσεως αλλά "εξ’ αιτίας των κρατούντων και των κυριευόντων, όπερ εστί ιδείν και από της αγίας και οικουμενικής έκτης Συνόδου, εν η ουδείς των επισκοπούντων εν τοις μέρεσι τούτοις εύρηται δια την των μιαρών επικράτησιν". Τις αποφάσεις της Συνόδου σχετικά με τις εικόνες έφερε στα Ιεροσόλυμα ο Θωμάς.