Πρώτοι Χρόνοι Εκκλησίας Ιεροσολύμων

Η αρχή της Εκκλησίας Ιεροσολύμων είναι αρχή της μίας, Αγίας, Καθολικής και Αποστολικής του Χριστού Εκκλησίας. Αρχή δηλαδή της Εκκλησίας όλης, γιατί στην Ιερουσαλήμ συντελέστηκε το έργο της σωτηρίας του ανθρώπινου γένους.

Στην Ιερουσαλήμ μετά την Ανάσταση, σχηματίστηκε η πρώτη χριστιανική κοινότητα, στην οποία εμφανιζόμενος ο Κύριος επί σαράντα ημέρες, «παρήγγειλεν αυτοίς από Ιερουσαλήμ μη χωρίζεσθαι», αλλά να περιμένουν την επιφοίτηση του Αγίου Πνεύματος, η οποία και έγινε μετά την Ανάληψη και μετά την συμπλήρωση του αριθμού των δώδεκα με την εκλογή του Ματθία, στο υπερώο του οίκου Σιών.

Την πεντηκοστή από της Αναστάσεως ημέρα και την ενάτη ώρα της πρωΐας, το Άγιον Πνεύμα εν είδει πυρίνων γλωσσών επλήρωσε χάριτος, χαράς και δυνάμεως τας ψυχάς των μαθητών ώστε «ήρξαντο λαλείν ετέραις γλώσσαις τα μεγαλεία του Θεού». Οι λόγοι του Αποστόλου Πέτρου βρήκαν απήχηση στις ψυχές τριών χιλιάδων λαού, πού βαπτίστηκαν την ημέρα εκείνη και προστέθηκαν στην εκκλησία.

Άλλοι από αυτούς αναχώρησαν στις πατρίδες τους και άλλοι έμειναν στα Ιεροσόλυμα, όπου σχημάτισαν μία οικογένεια, στην οποία τα πάντα ήταν κοινά. Ο καθένας πρόσφερε ό,τι ευαρεστείτο από τα υπάρχοντά του, και καλύπτονταν οι ανάγκες όσων στερούνταν. Ανώτερη εκδήλωση της αδελφικής αυτής αγάπης, ήταν «η κλάση του άρτου», η τέλεση δηλαδή των αγαπών κατ’ ιδίαν στους οίκους των. Την πνευματική αυτή ζωή των πρώτων χριστιανών ήρθε να θολώσει το επεισόδιο του Ανανία και της γυναίκας του της Σαπφείρας, οι οποίοι πούλησαν το κτήμα τους, πρόσφεραν ένα μόνο μέρος από τα εισπραχθέντα και κράτησαν τα υπόλοιπα, λέγοντας ότι πρόσφεραν όλα όσα εισέπραξαν, προκειμένου να επαινεθούν και να δοξαστούν.

Η ανειλικρίνειά τους τιμωρήθηκε με θάνατο από το Θεό, γιατί μπορούσαν να μην πουλήσουν το κτήμα η και να δηλώσουν ότι κατέθεσαν μόνο ένα μέρος της τιμής του, και το άλλο το κράτησαν. Δεν έπραξαν έτσι, επειδή απέβλεπαν στην εκτίμηση και το σεβασμό της κοινότητας. Οι προσφορές προς την κοινότητα έπρεπε να είναι καρπός ελεύθερης απόφασης κι όχι εξωτερικής βίας. Σ’ αυτό το σημείο ακριβώς διαφέρει μια χριστιανική κοινότητα από μία κομμουνιστική.

Ο χριστιανισμός αποβλέπει στο να πείσει τον άνθρωπο να διαθέσει από μόνος του τα υπάρχοντά του για τους άλλους ενώ ο μαρξισμός του το επιβάλλει.