Οι Λόγιοι Κληρικοί της Εκλλησίας των Ιεροσολύμων κατά τον 9ο αιώνα

Οι δύσκολες συνθήκες ζωής, πού επεκράτησαν στην Εκκλησία Ιεροσολύμων από το 638 και εξής, δεν εμπόδισαν την καλλιέργεια των γραμμάτων. Στους αιώνες πού ακολούθησαν την αραβική κατάκτηση, έζησαν στο κλίμα της Εκκλησίας Ιεροσολύμων αρκετοί λόγιοι κληρικοί, πού έγιναν παράγοντες γνήσιας εκκλησιαστικής ζωής και μεγάλης πνευματικής κινήσεως. Στον 8ο αιώνα διακρίθηκε ο Ιωάννης ο Δαμασκηνός, στον 9ο ο Πατριάρχης Ιεροσολύμων Θωμάς και άλλοι.

   

    Εξέχουσα εκκλησιαστική μορφή στον 9ο αιώνα είναι επίσης ο Μιχαήλ Σύγγελος (Σύγγελος, από το συν-κέλλα, συγκάτοικος και βοηθός και σύμβουλος του Επισκόπου) πού γεννήθηκε στα Ιεροσόλυμα το 761. Σπούδασε ρητορική, δραματική, αστρονομία και φιλοσοφία. Αρχικά ήταν αναγνώστης στο Ναό της Αναστάσεως. Μετά το θάνατο του πατέρα του, η μητέρα του και οι αδελφές του μπήκαν σε γυναικείο μοναστήρι των Ιεροσολύμων και εκείνος στη Μονή του Αγίου Σάββα, οπού επιδόθηκε στην άσκηση και τη μελέτη και δίδασκε τους νεαρούς μοναχούς. Εκεί χειροτονήθηκε πρεσβύτερος (797). Μαθητές του χρημάτισαν και οι αδελφοί Θεόδωρος και Θεοφάνης, οι γραπτοί, πού χειροτονήθηκαν πρεσβύτεροι του ναού της Αναστάσεως από τον Ιεροσολύμων Θωμά. Τότε και ο Σύγγελος διορίστηκε διδάσκαλος της Μονής Σπουδαίων. Εκτός από την διδασκαλική του δράση πρέπει να αναφερθεί και η συμβουλή του στην αφαίρεση της φράσης φιλιόκβε (και εκ του Υιού) από το σύμβολο της Πίστεως από τους δυτικούς μοναχούς των Ιεροσολύμων. Έτσι περιορίστηκε η απαγγελία του Συμβόλου της Πίστεως με τη φράση αυτή μόνο στη Δύση και δεν απασχόλησε ξανά την εκκλησία της Ανατολής παρά μόνο στις αρχές του σχίσματος. Πάντως και στη Δύση γράφτηκε ανόθευτο το σύμβολο της Πίστεως, χωρίς τη φράση αυτή, πάνω σε πλάκες και αναρτήθηκε στο Ναό του Αγίου Πέτρου από τον Πάπα Λέοντα (809).

 

    Η συμβολή του Μιχαήλ Σύγγελου και στην επίλυση της εικονομαχικής διαμάχης ήταν μεγάλη. Υπήρξε για τον 9ο αιώνα, ό,τι ο Ιωάννης ο Δαμασκηνός για τον 8ο. Έγραψε ποίημα υπέρ των αγίων εικόνων σε ανακρεόντειο μέτρο. Μαζί με τους γραπτούς αδελφούς ανέλαβε από τον Ιεροσολύμων Θωμά την αποστολή μεταβάσεως στην Κωνσταντινούπολη για την υπεράσπιση των αγίων εικόνων. Εκεί κατοίκησαν στη μονή της Χώρας, πού από την εποχή του Αγίου Σάββα φιλοξενούσε τους Ιεροσολυμίτες επισκέπτες. Ταύτης ουν ένεκα της αιτίας (επειδή δηλαδή φιλοξενήθηκε εκεί ο Άγιος Σάββας), έκτοτε οι από Ιεροσολύμων παραγενόμενοι εν Κωνσταντινουπόλει εν ταύτη (τη Μονή) παρά των ευσεβών βασιλέων απεστέλλοντο.

   

    Επειδή ο Μιχαήλ και οι δύο αδελφοί Θεοφάνης και Θεόδωρος εργάζονταν για την αποκατάσταση των εικόνων φυλακίστηκαν από τον εικονομάχο αυτοκράτορα Λέοντα τον Ε΄ τον Αρμένιο (815). Μετά τον θάνατό του, έζησαν ελεύθεροι στην Ευρωπαϊκή παραλία του Βοσπόρου, μέχρις ότου φυλακίστηκαν ξανά από το φανατικό εικονομάχο αυτοκράτορα Θεόφιλο (829). Στη φυλακή βασανίστηκαν φρικτά. Στο μέτωπο των δύο αδελφών γράφτηκαν με πυρακτωμένο σίδερο δώδεκα ιαμβική στίχοι πού ανέφεραν τους λόγους της τιμωρίας τους. Οι δύο τελευταίοι από αυτούς τους στίχους είναι: Όθεν γραφέντες ως κακούργοι τας όψεις κατακρίνονται και διώκονται πάλιν. Για το λόγο αυτό ονομάστηκαν γραπτοί.

   

    Στο έτος πού βασανίστηκαν (836), συγκλήθηκε στα Ιεροσόλυμα από τον Ιεροσολύμων Βασίλειο Σύνοδος των τριών Ανατολικών Εκκλησιών για το πρόβλημα των εικόνων. Η απόφασή της στάλθηκε στον αυτοκράτορα Θεόφιλο, χωρίς όμως αποτέλεσμα. Η εκκλησία απαλλάχτηκε από τα δεινά της, μόνο με το θάνατο του αυτοκράτορα (843). Τότε αποφυλακίστηκαν και οι υπέρ των εικόνων εργασθέντες Ιεροσολυμίτες. Ο Θεόδωρος εν τω μεταξύ είχε πεθάνει και ο Θεοφάνης χειροτονήθηκε Επίσκοπος Νικαίας. Ο Μιχαήλ Σύγγελος αρνήθηκε να αναλάβει το θρόνο της Κωνσταντινουπόλεως, παρέμεινε όμως εκεί ως ηγούμενος της μονής της Χώρας. Η εκκλησία τιμά και τους τρεις ως αγίους.