Καταστροφές και Ανοικοδομήσης του Ναού της Αναστάσεως

Μετά τη σύσταση του αραβικού κράτους διεξάγονταν κατά διαστήματα μάχες μεταξύ Αράβων και Βυζαντινών στα ανατολικά σύνορα κυρίως της βυζαντινής αυτοκρατορίας. Υπήρχαν βέβαια και περίοδοι ανακωχής. Οι εχθρικές ή καλές αυτές σχέσεις μεταξύ Αράβων και βυζαντινών είχαν ανάλογο αντίκτυπο στη ζωή των χριστιανών των εκκλησιών Συρίας, Παλαιστίνη και Αιγύπτου. Στον ι΄ και ια΄ αιώνα οι βυζαντινοί απώθησαν τους Άραβες πέρα από τον Ευφράτη. Οι νίκες αυτές επιδείνωσαν τη θέση των τριών ανατολικών εκκλησιών, σε σημείο πού διέκοψαν κάθε επικοινωνία με την εκκλησία Κωνσταντινουπόλεως.

   

    Όσον αφορά την Εκκλησία Ιεροσολύμων, την Κυριακή των Βαΐων του 937 όρμησαν οι όχλοι και έκαψαν τις πύλες της Βασιλικής του Αγίου Κωνσταντίνου, πού ήταν στον τόπο της ευρέσεως του Τιμίου Σταυρού. Αφού κατέστρεψαν όλα τα ιερά σκεύη, προχώρησαν και στο Ναό της Αναστάσεως, επί του Αγίου Τάφου, τον οποίο κατερήμωσαν. Αυτή ήταν η πρώτη καταστροφή του Ναού της Αναστάσεως επί Αραβοκρατίας. Ο ναός ανακαινίστηκε εκ νέου δωρεά, πού έστειλε ο αυτοκράτορας Κωνσταντίνος Ζ΄ ο πορφυρογέννητος στον τότε πατριάρχη Χριστόδουλο Α΄. Αυτό είναι μια μαρτυρία για την αποκατάσταση των σχέσεων μεταξύ Ιεροσολύμων και Κωνσταντινουπόλεως, λόγω της συνθήκης πού εν τω μεταξύ έγινε μεταξύ Αράβων και Βυζαντινόν.

 

    Η δεύτερη καταστροφή του Ναού της Αναστάσεως έγινε τριάντα περίπου χρόνια μετά την πρώτη, το 996, με αφορμή τις εκστρατείες του Νικηφόρου Φωκά εναντίον της Ασίας, κατά τις οποίες εκστρατείες κατέλαβε τα Άδανα, την Ταρσό, τη Δαμασκό της Συρίας και την πρωτεύουσα της Αντιόχεια. Τότε ο διοικητής των Ιεροσολύμων ζήτησε από τον πατριάρχη Ιεροσολύμων Ιωάννη Ζ΄ χρηματικά ποσά μεγαλύτερα από τα συνήθη, ως δώρο της εορτής της Πεντηκοστής κατά τη συνήθεια. Ο πατριάρχης αρνήθηκε κι ασφαλίστηκε από το πατριαρχείο στο Ναό της Αναστάσεως. Το Πατριαρχείο ήταν τότε πάνω από το Ναό της Αναστάσεως, με τον οποίο επικοινωνούσε. Ο όχλος έκαψε τις πύλες του Ναού, έριξε τμήματα της στέγης, άρπαξε ότι πολύτιμο υπήρχε, αλλά δεν βρήκαν τον πατριάρχη.

 

    Την ίδια ημέρα λεηλάτησαν το Ναό της Αγίας Σιών και την επομένη βρήκαν τον πατριάρχη, τον κρέμασαν σε μια κολώνα του Ναού της Αναστάσεως και τον έκαψαν. Για ένα σύντομο διάστημα μετά το μαρτυρικό θάνατο του Ιωάννου Ζ΄ και επί της δυναστείας των Φατιμιδών επικράτησε σχετικά ειρήνη στην εκκλησία Ιεροσολύμων. Τότε οι έμποροι πού προέρχονταν από την Ιταλία έλαβαν την άδεια να ιδρύσουν μόνιμη εμπορική αντιπροσωπεία στην Ιερουσαλήμ και μοναστήρι σε απόσταση βολής λίθου από τον Άγιο Τάφο, για να τελούν τις ακολουθίες στη Λατινική. γι’ αυτό κι ονομάστηκε Sancta Maria de Latina. Αργότερα ίδρυσαν ξενοδοχείο για την Υποδοχή των προσκυνητών της δύσης. Προσκυνητές συνέρρεαν κι από την Ανατολή.

   

    Σ’ αυτό το χρονικό διάστημα (966-1005) επισκευάστηκε σταδιακά ο Ναός της Αναστάσεως κυρίως με ενέργειες του Πατριάρχη Ιεροσολύμων Ορέστη πού ήταν λόγιος και εκτιμόταν κι από τους Άραβες. Εκείνος ηγήθηκε της αραβικής αντιπροσωπείας στην Κωνσταντινούπολη για την διαπραγμάτευση δεκαετούς ειρήνης μεταξύ αραβικού και βυζαντινού κράτους, μετά τις νίκες πού είχε εκφέρει ο αυτοκράτορας Βασίλειος ο Βουλγαροκτόνος στη Συρία από το 988-1001.

   

    Τη σχετική αυτή ειρήνη στη ζωή της εκκλησίας των Ιεροσολύμων διέκοψαν τα αυστηρά κατά των χριστιανών μέτρα του Χαλίφη Χάκεμ, ανθρώπου με χαρακτήρα αλλοπρόσαλλο και γεμάτο από αντιθέσεις. Παραβαίνοντας τη συνθήκη (1007), δήμευσε την περιουσία των μοναστηριών, απαγόρευσε την κόσμηση των ναών και την τέλεση της πατροπαράδοτης λιτανείας της Κυριακής των Βαΐων στην Ιερουσαλήμ σε ανάμνηση της θριαμβευτικής εισόδου του Χριστού και της υποδοχής του από το λαό με κλάδους Βαΐων. Διέταξε οι μεν Ιουδαίοι να φέρουν κωδωνίσκο στον τράχηλο, οι δε χριστιανοί σταυρό ενός πήχη στο στήθος. Απαγόρευσε την τέλεση της εορτής των Θεοφανείων και τη χρήση των σταυρών στο εξωτερικό των ναών. Πολλοί χριστιανοί σύρονταν τότε στους δρόμους και αναγκάζονταν να αλλαξοπιστήσουν, διαφορετικά υφίσταντο μαρτυρικό θάνατο. Ολόκληρες πόλεις εξαραβίστηκαν όχι μόνο ως προς τη γλώσσα, αλλά και ως προς τη θρησκεία. η χώρα ερημώθηκε σχεδόν από τη μετανάστευση. Άφησε όσους ήθελαν, να απέλθουν ελεύθεροι, όσους όμως παρέμειναν τους εξανάγκαζε να αλλαξοπιστήσουν.

 

    Βυζαντινοί και άραβες χρονογράφοι περιγράφουν την καταστροφή του Ναού της Αναστάσεως το 1009, κατά την οποία πλήθος στρατού και όχλου κατέστρεψαν το Γολγοθά, το Καθολικό της Βασιλικής, άρπαξε τα ιερά σκεύη και γενικά ερήμωσε το ναό. Αυτή ήταν η Τρίτη καταστροφή του Ναού της Αναστάσεως, πού θεωρήθηκε στη Δύση σαν σημείο της συντέλειας των αιώνων. η καταστροφή επεκτάθηκε και σ’ άλλες εκκλησίες, όπως του Αγίου Γεωργίου στη Λύδδα και της μονής Οδηγήτριας, τις σημερινής Μεγ. Παναγίας. Η ανάγκη φιλικών σχέσεων με το βυζαντινό κράτος ανέκοψε τα μέτρα του Χάκεμ κι επέτρεψε την ανάληψη της ανοικοδόμησης του Ναού της Αναστάσεως με επιχορηγήσεις των Βυζαντινών αυτοκρατόρων.

 

ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΕΣ ΚΑΙ ΑΝΟΙΚΟΔΟΜΗΣΕΙΣ ΤΟΥ ΝΑΟΥ ΤΗΣ ΑΝΑΣΤΑΣΕΩΣ ΚΑΙ ΑΛΛΩΝ ΜΟΝΩΝ

 

ΑΝΑΚΕΦΑΛΑΙΩΣΗ

 

    Το 1027 συνήθη μεταξύ Βυζαντινών και Αράβων νέα συνθήκη, της οποίας απαραίτητος όρος τέθηκε η ανοικοδόμηση του Ναού της Αναστάσεως, πού συντελούνταν με αργό ρυθμό μετά την Τρίτη καταστροφή του 1009. ως αντάλλαγμα ζητήθηκε η επισκευή ενός τέμενος στην Κωνσταντινούπολη για τους εκεί μεταβαίνοντες Άραβες. η συνθήκη της ανοικοδόμησης ανανεώθηκε το 1037 με αντάλλαγμα την απόλυση 5.000 αράβων αιχμαλώτων και συνεχίστηκε σταδιακά μέχρι το 1048, οπότε και περατώθηκε επί του αυτοκράτορα Κωνσταντίνου Θ΄ του Μονομάχου. Γι’ αυτό και θεωρείται αυτός ως ανακαινιστής του Ναού.

 

    Η ανακαίνιση έγινε επάνω στις βάσεις του πρώτου Ναού, όπως αυτός είχε ανοικοδομηθεί από το Μόδεστο Πατριάρχη Ιεροσολύμων μετά την περσική εισβολή. Οθωμανός περιηγητής αυτής θαύμασε το εσωτερικό και εξωτερικό κάλλος του Ναού, τις ζωγραφιές του και το μέγεθος, πού χωρούσε γύρω στις 8.000 ανθρώπων. Παρόμοιες περιγραφές δίδει λίγο αργότερα κι ο Ρώσος περιηγητής Δανιήλ, καθώς και περιηγητής της εποχής των σταυροφόρων. Μικρές αλλαγές φαίνεται ότι επήλθαν στο ναό επί τόπου της ευρέσεως του Τιμίου Σταυρού. Ο Ρώσος Δανιήλ μας αναφέρει σχετικά : «μικρόν περαιτέρω (από του Γολγοθά) είναι ο τόπος όπου ευρέθη ο Τίμιος Σταυρός, όπου η Αγία Ελένη ωκοδόμησε ανταύθα εκκλησίαν μεγίστην, εις μνήμην της υψώσεως του Σταυρού... την σήμερον η εκκλησίας αύτη εστί λίαν μικράν».

 

Εκτός όμως από το Ναό της Αναστάσεως ανακαινίστηκαν τότε και άλλοι ναοί και μοναστήρια, όπως η Μονή του Τιμίου Σταυρού πού είχε ιδρυθεί από τον Ηράκλειο και ήταν κέντρο των Ιβήρων (Γεωργιανών) μοναχών. Οι συνθήκες μεταξύ βυζαντινών και Αράβων ευνόησαν πάλι την προσέλευση και παραμονή περισσότερων μοναχών στα διάφορα μοναστήρια. Απ’ αυτούς αναφέρουμε τον Όσιο Χριστόδουλο πού επισκέφτηκε τους Αγίους Τόπους (1045), ασκήτεψε σε μονή της περιοχής του Ιορδάνη κι επειδή ενοχλούνταν από τους Άραβες, κατέφυγε στην Πάτμο, όπου ίδρυσε τη μονή του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου.

 

Λίγο αργότερα (1005) είχε επισκεφτεί τους Αγίους Τόπους και ο Όσιος Νείλος, ο ιδρυτής της μονής Grotta Ferrata=Κρυπτοφέρρης σιδηρόφρακτος κρύπτης, λόγω των σιδηρόφρακτων παραθύρων της). Σ’ αυτή τη μονή λειτουργεί μέχρι σήμερα βυζαντινός ναός «με βυζαντινό τυπικό» πού τελούν «Βασιλειανοί» μοναχοί. Υπάρχει βιβλιοθήκη παλαιών χειρογράφων, εργαστήριο συντήρησης και αποκατάστασης χειρογράφων και εικόνων και τυπογραφείο, πού έχει εκδώσει με πολλή επιμέλεια πολλά ελληνικά και λατινικά εκκλησιαστικά κείμενα.

 

Στη Μονή του Αγίου Σάββα αντιγράφονταν χειρόγραφα, ένα από τα οποία, η ακολουθία της Μεγάλης τεσσαρακοστής, αντιγράφτηκε «δια τον ναόν του μεγαλομάρτυρος Γεωργίου εν Ασκάλωνι το λεγόμενον κατά την εγχώριον γλώσσαν το Χάδρα». Η επιγραφή αυτή του χειρογράφου είναι μια ένδειξη του ότι στον 11ο αιώνα είχε διαδοθεί στους χριστιανούς «εγχώριος» τοπική αραβική διάλεκτος, στην οποία είχαν μεταφραστεί τα εκκλησιαστικά βιβλία από την εποχή του Χαλίφη Μανσούρ τον 8ο αιώνα. Παράλληλα βέβαια ομιλούνταν και γραφόταν κι η ελληνική. Από την επιγραφή αυτή έχουμε ακόμη την ένδειξη για την ονομασία του Αγίου Γεωργίου στην αραβική ως «Χάδρα» ή «Χάδερ» από τον 11ο αιώνα.

 

Αποτέλεσμα των ειρηνικών σχέσεων μεταξύ των βυζαντινών και των Αράβων σ’ αυτή την περίοδο ήταν κι η παραχώρηση στους χριστιανούς ιδιαιτέρου τμήματος της Αγίας πόλης, του μεταξύ του Ναού της Αναστάσεως και των πυλών της Δαμασκού και της Γιάφφας, το οποίο ανήκε από τότε στην επιστασία του Πατριάρχη των Ορθοδόξων.

 

Εν τω μεταξύ όμως αναφάνηκαν οι Τούρκοι  Σελτζούκοι, λαός νομάδων πού ενοχλούσαν το Βυζάντιο και περιέσφιγγαν συνεχώς τα αραβικά κράτη. Το 1096 κατέλαβαν ολόκληρη την Παλαιστίνη, αλλά το 1098 την ανακατέλαβαν οι Άραβες. Το 1099 κατέφθασαν οι Σταυροφόροι. Πέρασαν ήδη 461 έτη από την αραβική κατάκτηση της Παλαιστίνης. Τα προνόμια, πού παραχώρησαν στην εκκλησία οι πρώτοι χαλίφες έκαμαν τη θέση μάλλον ανεκτή στα όρια του νέου πλέον αραβικού κράτους. Οι μετέπειτα όμως τα παραβίασαν (αυτά τα προνόμια) και κατεδίωξαν την εκκλησία.

 

Ως μέγας θεολόγος της εκκλησίας όλης εμφανίζεται ο Ιωάννης Ο Δαμασκηνός, πού συμβάλλει στην επίλυση του προβλήματος των εικόνων. Η εκκλησία των Ιεροσολύμων συμμετέχει με αντιπροσώπους στην ΣΤ΄ και Ζ΄ Οικουμενική Σύνοδο. Εμφανίζεται επιτόπια το θέμα του Φιλιόκβε, αλλά εκτοπίζεται σύντομα. η Εκκλησία Ιεροσολύμων μετέχει στα προβλήματα της εποχής του Μεγάλου Φωτίου. Οι διωγμοί κατά της Εκκλησίας επιδεινώνονται το ι΄ και ια΄ αιώνα, οπότε ο ναός της Αναστάσεως μεταβάλλεται σε ερείπια και ανοικοδομείται από τους Βυζαντινούς Βασιλείς με βάση τις συνθήκες, πού συνάπτουν προς τους Φατιμίδες. Αναφαίνονται οι Σελτζούκοι Τούρκοι, πού μεταβάλλουν την Παλαιστίνη από Αραβική σε Τούρκική. Οι Άραβες την επανακαταλαμβάνουν. Η εκκλησία Ιεροσολύμων πορεύεται την εν κόσμω πορεία της ανάμεσα σε όλες αυτές τις αντιξοότητες και ανακατατάξεις χάρη στο Θείο δάκτυλο πού την καθοδηγεί και τη διασώζει. Βλέπει μ’ ελπίδα κι αισιοδοξία να φτάνουν πρότων τειχών Ιεροσολύμων οι Σταυροφόροι.

 

Α΄ καταστροφή του Ναού της Αναστάσεως την Κυριακή των Βαΐων του 937- ανοικοδόμηση από τον Κωνσταντίνο τον Ζ΄ τον Πορφυρογέννητο.

 

Β΄ καταστροφή την Κυριακή της Πεντηκοστής του 966- σταδιακή ανοικοδόμηση (966-1005) κυρίως από τον Πατριάρχη Ορέστη

 

Γ΄ καταστροφή το 1009 επί Χάκεμ-σταδιακή ανοικοδόμηση (1027-1040) από Κωνσταντίνο τον Θ΄ τον μονομάχο.