Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός - Άγιος Κοσμάς ο Μελωδός

Ο Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός γεννήθηκε στη Δαμασκό από χριστιανούς γονείς το τέλος του 7ου αιώνα. Ο πατέρας του, Σέργιος Μανσούρ, είχε το αξίωμα του λογοθέτη (αρχιγραμματέα) και αντιπροσώπου των χριστιανών στους Άραβες χαλίφες. Επειδή ήταν πλούσιος, υιοθέτησε ένα ορφανό από τα Ιεροσόλυμα, τον Κοσμά, τον μετέπειτα μελωδό και επίσκοπο Μαϊουμά της Γάζας. Την εκπαίδευση και των δύο ανέθεσε σ’ ένα διδάσκαλο, πού ονομαζόταν κι εκείνος Κοσμάς, καταγόταν από την Καλαβρία της Ιταλίας, και είχε αγοραστεί ως αιχμάλωτος δούλος από την αγορά της Δαμασκού. Αυτός τους δίδαξε την θύραθεν και την χριστιανική παιδεία. Μετά το θάνατο του πατέρα του, ο Ιωάννης ανέλαβε το αξίωμα του λογοθέτου στην υπηρεσία του Χαλίφη Χισάμ (724). Από τη θέση αυτή προστάτεψε πολλές φορές τους χριστιανούς, παρά τους γογγυσμούς των μουσουλμάνων.

 

    Το 763 ο Ιωάννης και ο Κοσμάς πήγαν στη Λαύρα του Αγίου Σάββα, στην οποία ήταν ήδη ο διδάσκαλος τους Κοσμάς. Σύμφωνα με την μοναχική τάξη ο Ιωάννης εμπιστεύτηκε τον εαυτό του σ’ ένα έμπειρο γέροντα μοναχό, ο οποίος για να τον δοκιμάσει του απαγόρευσε να ενασχολείται στο εξής με την θύραθεν παιδεία, πού είχε πάρει στον κόσμο. Του επέβαλε να «ασκεί σιωπήν μετά συνέσεως». Τον κανόνα αυτό τήρησε ο Ιωάννης μέχρι ότου κάποιος  φίλος του μοναχός του ζήτησε να συνθέσει ένα επιθανάτιο άσμα για τον αδελφό του, πού είχε πεθάνει. Τότε έγραψε ο Ιωάννης το νεκρώσιμο ιδιόμελο του Γ΄ ήχου, στο οποίο τονίζει τη σχετικότητα των ανθρώπινων πραγμάτων, πού δε συνοδεύουν τον άνθρωπο μετά το θάνατο «πάντα ματαιότης τα ανθρώπινα, όσα ούχ υπάρχει μετά θάνατον· ου παραμένει ο πλούτος, ου συνοδεύει η δόξα· επελθών γαρ ο θάνατος, ταύτα πάντα εξηφάνισται. Διό Χριστώ τω αθάνατω Βασιλεί βοήσωμεν· τον μεταστάντα εξ ημών ανάπαυσον ένθα πάντων εστίν ευφραινομένων η κατοικία». Όταν ελέγχτηκε από τον γέροντά του για την παρακοή, έδειξε τόση ταπείνωση και υπακοή, ώστε κατασυγκινημένος του έδωσε την ελευθερία για ενασχόληση στις πνευματικές μελέτες.

 

    Αργότερα ο Ιωάννης χειροτονήθηκε σε πρεσβύτερο και παρέμεινε στη Μονή του Αγίου Σάββα μέχρι το θάνατό του, την 4η Δεκεμβρίου του 749, ημέρα κατά την οποία τελείται και η μνήμη του. Ο Κοσμάς χειροτονήθηκε επίσκοπος Μαϊουμά της Γάζας. Τις πληροφορίες αυτές αντλούμε από το βίο του Οσίου, πού γράφτηκε τον 11ο αιώνα στην αραβική, μεταφράστηκε τον 12ο στην ελληνική και επεξεργάστηκε από τον πατριάρχη Ιεροσολύμων Ιωάννη Μερκουρόπουλο (1156) στην μορφή, πού μας σώζεται σήμερα.

 

    Η διδασκαλία της ορθόδοξης εκκλησίας για τις εικόνες είναι βασικά του Ιωάννου του Δαμασκηνού. Την εκθέτει στους «τρεις λόγους υπέρ των αγίων εικόνων». Σύμφωνα μ’ αυτή η εικόνα είναι αναπαράσταση ενός πρωτοτύπου. Μεταξύ πρωτοτύπου και αντιτύπου υπάρχει πάντοτε μια σχετική διαφορά. Υπάρχει διαφορά π.χ. μεταξύ ενός ανθρώπου ως ζωντανού προσώπου και μεταξύ της μορφής του σ’ ένα πορτραίτο. Αυτό ισχύει πολύ περισσότερο, όταν πρόκειται ν’ αναπαραστήσει κανείς άυλα πράγματα, όπως είναι το Θείο. Ενώ το Θείο είναι άυλο, του δίνουμε κατ’ ανάγκη ανθρώπινες ιδιότητες, πρόσωπο, χέρια, πόδια κ.α., για να μπορέσουμε να το αντιληφθούμε κάπως. Αναπαριστάμε δηλαδή το Θείο ανθρωποπαθώς (με ανθρώπινες ιδιότητες, το πλησιάζουμε στις δικές μας αντιληπτικές δυνατότητες), προκειμένου να μπορέσουμε να αναχθούμε στο πρωτότυπο. Συγκαταβαίνει ο Θεός, για να ανέβει ο άνθρωπος. Αυτό συμβαίνει πολύ περισσότερο με τον ενανθρωπήσαντα Κύριο και τους αγίους του, πού τους είδαμε. Επειδή ακριβός είδαμε τον Κύριο και τους αγίους, έχουμε τη δυνατότητα να τους αναπαραστήσουμε. Μέσω της αναπαραστάσεως, μέσω της εικόνας. Ο ρόλος όμως της εικόνας στην Εκκλησία δεν είναι μόνο λατρευτικό αλλά και διδακτικό. Αν οι αλήθειες της πίστεως γίνονται κτήμα του πιστού με το κήρυγμα και την ακοή μπορούν πολύ περισσότερο να εισχωρήσουν στο νου του και με την εικόνα και την όραση. Η εικόνα είναι μια σιωπούσα βίβλος» είναι το «ευαγγέλιον των αγραμμάτων», διδάσκει χωρίς να μιλάει. Από τα παριστανόμενα πρόσωπα, στο μεν Θεό αποδίδουμε λατρεία, στην Παναγία όμως και στους Αγίους τιμή και σεβασμό. Τιμή απονέμουμε και στα λείψανα των Αγίων, επειδή είναι φορείς της θείας χάρης. Αυτό δεν ισχύει για ορισμένα αντικείμενα, ζώα και το πρόσωπο του δαίμονα, πού ορισμένες φορές εικονίζονται στις εικόνες.

 

    Εκτός από τη θεολογία του για τις εικόνες, ο Άγιος Ιωάννης Ο Δαμασκηνός πρόσφερε στην εκκλησία και στην ποίησή του. Μαζί με τον Κοσμά τον Μελωδό και τον Ανδρέα Επίσκοπο Κρήτης τον Ιεροσολυμίτη είναι ο εισηγητής εκκλησιαστικού ποιητικού είδους των κανόνων, πού αντικατέστησαν τον ύμνο. Συνέθεσε πολλούς κανόνες σε ρυθμοτονικό (βυζαντινό) μέτρο και λίγους προσωδιακό (αρχαίο) βυζαντινό. Στους κανόνες και τα άλλα τροπάριά του έχει εκθέσει με ποιητικό και πολύ καταληπτό ύφος όλη τη δογματική θεολογία της ορθόδοξης εκκλησίας. Οι εκφράσεις στην ποίησής του είναι σύντομες και ρυθμικές, ώστε να αποστηθίζονται εύκολα από τους πιστούς, πού δεν έχουν πολλές γλωσσικές και θεολογικές γνώσεις.